Κομφουκιανικό επιχειρείν

Ο τρόπος με τον οποίον οι αρχαίοι Κινέζοι έκαναν εμπόριο και αντιμετώπιζαν καθημερινά θέματα μπορεί να μας εμπνεύσει με θετικότητα και να καθοδηγήσει τις προσπάθειές μας.

Όταν ένα χωριό καταστράφηκε από φωτιά κατά την δυναστεία Σονγκ, ο Πέι, ένας Κινέζος καταστηματάρχης που ακολουθούσε κομφουκιανικές αρχές, άφησε το μαγαζί του στις φλόγες. Αντί να το προστατεύσει, έφυγε αμέσως και αγόρασε οικοδομικά υλικά από μια κοντινή πόλη, υλικά που οι γείτονές του θα χρειάζονταν το συντομότερο δυνατόν. Τον υποδέχτηκαν θερμά στην επιστροφή του, και η επιχείρησή του έγινε και πάλι κερδοφόρος, παρ΄ όλο που η μόνη σκέψη του ήταν να βοηθήσει άλλους.
Όταν ένα χωριό καταστράφηκε από φωτιά κατά την δυναστεία Σονγκ, ο Πέι, ένας Κινέζος καταστηματάρχης που ακολουθούσε κομφουκιανικές αρχές, άφησε το μαγαζί του στις φλόγες. Αντί να το προστατεύσει, έφυγε αμέσως και αγόρασε οικοδομικά υλικά από μια κοντινή πόλη, υλικά που οι γείτονές του θα χρειάζονταν το συντομότερο δυνατόν. Τον υποδέχτηκαν θερμά στην επιστροφή του, και η επιχείρησή του έγινε και πάλι κερδοφόρος, παρ΄ όλο που η μόνη σκέψη του ήταν να βοηθήσει άλλους.

Οι παραδοσιακές κομφουκιανικές αξίες: καλοσύνη, ορθότητα, ευπρέπεια, σοφία και εμπιστοσύνη, ηχούν σχετικά συντηρητικές, πιο κατάλληλες για έναν εξευγενισμένο λόγιο παρά για έναν δυναμικό επιχειρηματία. Αλλά η κινεζική ιστορία είναι γεμάτη με παραδείγματα επιχειρηματιών, που έχτισαν εμπορικές αυτοκρατορίες βασιζόμενοι στην διδασκαλία του Κομφούκιου.

Ένα παράδειγμα είναι ο Χου Σιουε-Γιαν, ένας τραπεζίτης που κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια ώστε να παραμείνει τίμιος και να τηρήσει μια συμφωνία, ενάντια στις συμβάσεις της εποχής.

Η δικαιοσύνη φέρνει δύναμη

«Η φερεγγυότητα είναι η δεύτερη ζωή ενός ανθρώπου», είπε κάποτε ο Χου, και το απέδειξε ως ιδιοκτήτης και διευθυντής της τράπεζας Φουκάνγκ. Κατά την δυναστεία Τσινγκ, ένας άντρας ονόματι Λούο Σανγκ-Ντε, βετεράνος πολλών μαχών, έψαχνε μέρος για να αποθηκεύσει τα 450 χλγμ. ασημιού που είχε συγκεντρώσει από μια ζωή στρατιωτικής θητείας. Ετοιμαζόταν για μια νέα εκστρατεία στην Τζιανγκσού, και δεν μπορούσε να πάρει τα νομίσματα μαζί του, ούτε μπορούσε να βρει κάποιο αξιόπιστο άτομο εν καιρώ πολέμου για να τα αφήσει. Έτσι έμαθε για την τράπεζα Φουκάνγκ.

Ο Χου, ιδιοκτήτης της τράπεζας, υποσχέθηκε στον Λούο πως δεν θα κρατούσε τα χρήματα αν ο Λούο πέθαινε στην μάχη, και επέμενε να πληρώσει στον Λούο το ένα τέταρτο των χρημάτων σε επιτόκιο, σε διάστημα τριών χρόνων.

Στην μάχη, ο χειρότερος φόβος του Λούο έγινε πραγματικότητα· πληγώθηκε θανάσιμα. Στην διαθήκη του, ζήτησε από φίλους του στην γενέτειρά του να πάρουν από την τράπεζα Φουκάνγκ τα χρήματα και να δοθούν στην οικογένειά του.

Οι φίλοι του Λούο πήγαν στην τράπεζα χωρίς κάποια απόδειξη, και το αίτημά τους απορρίφθηκε. Όμως ο Χου είχε ακούσει για το θέμα και άρχισε να το ερευνά. Αφότου επιβεβαίωσε την ταυτότητα των αντρών, τους έδωσε το ποσό χωρίς δισταγμό.

Τα νέα διαδόθηκαν αμέσως, και η τράπεζα Φουκάνγκ έγινε η πιο περιζήτητη στην χώρα, γιατί πολλοί άλλοι τραπεζίτες θα κρατούσαν τα χρήματα αν ο πελάτης είχε πεθάνει. Παραρτήματα της τράπεζας Φουκάνγκ εμφανίστηκαν σε όλη την Κίνα.

Παράδοση του τιμονιού

Ο τραπεζίτης Τσιαο Τζι-Γιονγκ έχτισε μια εμπορική αυτοκρατορία τεράστιας αξίας, που έλεγχε λιμάνια, τράπεζες και προβλήτες ανά την Κίνα. Η Έπαυλη Τσιαο έχει διατηρηθεί μέχρι σήμερα, και είναι ένα κλασικό παράδειγμα αρχιτεκτονικής της βόρειας Κίνας.

Ο Τσιαο έτυχε να συναντήσει τον Γιαν Γουέι-Φαν, πρώην διεθυντή ενός τραπεζικού υποκαταστήματος που λόγω παρεξήγησης είχε απολυθεί από τον εργοδότη του. Ο Τσιαο είχε δει το ταλέντο του Γιαν, και απέστειλε οχτώ άντρες για να του παραδώσουν μια πρόσκληση, περιμένοντας με μια καρέκλα μεταφοράς μπροστά από την πόρτα του. Καθώς ο Γιαν δεν έβγαινε, ο γιος του Τσιαο πλησίασε με σεβασμό το σπίτι και εξήγησε πως ο πατέρας του έψαχνε παντού για ταλαντούχους ανθρώπους. Ο Γιαν, συγκινημένος, συμφώνησε να δώσει μια συνέντευξη, αλλά αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει την καρέκλα μεταφοράς, από μετριοφροσύνη. Αντ΄ αυτού, συμφώνησαν να τοποθετήσουν τα ρούχα και το καπέλο του στην καρέκλα και οι δύο άντρες ανέβηκαν σε άλογα.

Στο σπίτι του Τσιαο προσφέρθηκε η καλύτερη φιλοξενία στον Γιαν, και ο Τσιαο παρατήρησε ότι ο Γιαν είχε καλούς τρόπους, ήταν ευφυής και προσγειωμένος νέος. Ήταν μόνο 36 ετών και αυτό έκανε τον Τσιαο να εκτιμήσει το ταλέντο του ακόμα περισσότερο. Ο Γιαν έγινε διευθυντής της τράπεζας Νταντεχένγκ, για τα επόμενα 26 χρόνια. Η επιχείρηση ευημερούσε και έγινε μια από τις πιο επιτυχημένες στην Κίνα.

Νίκη επί των δυσκολιών

Το 1883, η Σανγκάη χτυπήθηκε από συμφορές: καταρρακτώδεις βροχές, επιδημία, χάος στην αγορά, και κρίση λόγω της κατάρρευσης της τιμής του μεταξιού. Ακόμα και ο μεγάλος κομφουκιανικός επιχειρηματίας, Χου Σιουε-Γιαν, έκλεισε το παράρτημα της τράπεζάς του στην Σανγκάη.

Αλλά ο Γε Τσαν-Τζονγκ βρέθηκε στο στοιχείο του.

Ο Γε ήταν πρωτοπόρος στις μεταφορές και αποστολές προϊόντων. Στο απόγειο της καριέρας του, η περιουσία του είχε εκτιμηθεί μεταξύ 230 και 300 τόνων ασημιού, ισάξια του ενός δεκάτου των ετησίων εσόδων της κυβέρνησης Τσινγκ.

Όταν ήρθε η καταστροφή, ο Γε απέφυγε την ζημία, αποσύροντας όλες τις τραπεζικές του καταθέσεις στις αρχές του 1883 και περιμένοντας για μια ευκαιρία. Την βρήκε στην βιομηχανία κηροζίνης, όπου κατοχύρωσε αποκλειστικά δικαιώματα διανομής στην Κίνα για την κηροζίνη της εταιρείας Standard Oil.

Εκείνη την χρονιά, η Standard Oil απέστειλε μεγάλη ποσότητα κηροζίνης στην Σανγκάη, ελπίζοντας να βελτιώσει τις πωλήσεις της ώστε να εξουδετερώσει την ζημία της στο Λονδίνο. Ο Γε ανέλαβε την διανομή της, και έστρεψε την προσοχή του από την πολυτάραχη Σανγκάη στον ποταμό Γιανγκτζί —που δεν είχε προσελκύσει εμπορικό ενδιαφέρον— και σε παραθαλάσσιες περιοχές, ιδρύοντας 18 αποθήκες διανομής στην Νινγκμπό, Γουεντζόου, Τζεντζιάνγκ, Τιεντζίν, Γκουανγκντόνγκ και σε άλλες πόλεις και εμπορικά λιμάνια.

Έπειτα, δημιούργησε ένα μεταφορικό δίκτυο αγοράζοντας παρατημένα πλοία μεταφοράς βαμβακιού, διαθέσιμα λόγω της κατάρρευσης αυτής της βιομηχανίας. Συγκέντρωσε πάνω από εκατό πλοία, και τα χρησιμοποίησε για την ρυμούλκηση φορτίων κηροζίνης, κάρβουνου, σιδήρου και άλλων υλικών, όλα μέσω του ποταμού Γιανγκτζί.

Έτσι, το 1883, μια θεωρητικά ανέλπιδη χρονιά, τα κέρδη του Γε ήταν 3.800 χλγμ. ασήμι, ένα τεράστιο ποσό.

Η τήρηση του λόγου, οι τίμιες συναλλαγές, η απόλυτη εμπιστοσύνη σε φερέγγυους ανθρώπους, και η ευελιξία εν μέσω αντιξοοτήτων, είναι οι πιο πολύτιμες αρχές των κομφουκιανικών επιχειρηματιών.

Μετάφραση και επιμέλεια κειμένου: Ευθύμης Ωραιόπουλος